πάνιασμα

πάνιασμα
το, -ατος
1. χλομάδα του προσώπου.
2. λεκές του δέρματος, φακίδες.
3. μούχλιασμα, μάραμα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • πάνιασμα — και πάννιασμα, το [παν)ν)ιάζω] 1. το αποτέλεσμα τού πανιάζω, χλόμιασμα, χλομάδα στο πρόσωπο 2. εμφάνιση πανάδων στο δέρμα 3. (για τρόφιμα) μούχλιασμα, μπάγιάτεμα …   Dictionary of Greek

  • μούχλιασμα — το [μουχλιάζω] 1. η κατάσταση και το αποτέλεσμα τού μουχλιάζω, κάλυψη από μούχλα, πάνιασμα, ευρωτίαση 2. μτφ. α) πνευματική ή σωματική νωθρότητα ή στασιμότητα, αδράνεια β) ηθική κατάπτωση, ηθική αποσύνθεση …   Dictionary of Greek

  • πάννιασμα — το βλ. πάνιασμα …   Dictionary of Greek

  • φλόμωμα — φλόμωμα, το και φλόμιασμα, το, ατος 1. η νάρκωση, η αναισθητοποίηση. 2. το σκόρπισμα δυσοσμίας, το βρομοκόπημα: Με τέτοιο φλόμωμα δεν μπορείς να σταθείς εδώ ούτε ένα λεπτό. 3. το ζάλισμα από το πολύ κάπνισμα τσιγάρων: Καπνίζουν όλοι εδώ μέσα, πώς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χλόμιασμα — το, ατος το να γίνεται κανείς χλομός, πάνιασμα, χλομάδα: Δεν του φεύγει αυτό το χλόμιασμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”